Η νύχτα πάει θέατρο: Πώς γεννιέται ένα νέο είδος διασκέδασης

861

Πληθαίνουν οι τραγουδιστές που λοξοκοιτάζουν προς το θεατρικό σανίδι ή είναι η ιδέα μας; Η Βίσση επανέρχεται με ροκ όπερα, ο Μαζωνάκης πρωταγωνιστεί σε κλασικό cult show, ενώ η Ευρυδίκη, ο Ρουβάς, ο Χατζηγιάννης και ο Σαββιδάκης κάνουν παιδικά μιούζικαλ.

Ο Μαργαρίτης συμπρωταγωνιστεί με την Πιττακή, ο Στέλιος Διονυσίου με την Μπέττυ Μαγγίρα και η Ζουγανέλη μεταμορφώνεται σε Πιαφ. Η Ιλειάνα Δημάδη παρατηρεί το φαινόμενο και το… φιλοσοφεί.

Θέαμα μεγάλης­ κλίμακας όπως το μιούζικαλ χωρίς διάσημους πρωταγωνιστές δεν γίνεται. Ποιοι άραγε μπορούν να γεμίσουν τα έξι αθηναϊκά μέγαρα (Ακροπόλ, Θέατρον, Μπάντμιντον, Παλλάς, Pantheon και Rex ) που φιλοξενούν τέτοια θεάματα­; Δύσκολα παίρνει ένα παραγωγός το ρίσκο να προτείνει κάποιον νέο και ταλαντούχο, αλλά εκτός… σταρ σίστεμ.

Η απάντηση είναι αυτονόητη: οι επώνυμοι. Ιδανικά εκείνοι που εκπροσωπούν το ελληνικό τραγούδι, είτε προέρχονται από το mainstream ποπ και λαϊκο-ποπ στερέωμα της εγχώριας showbiz είτε από το καθαρόαιμα λαϊκό και από το νέο έντεχνο. Όσο δηλαδή παράδοξη κι αν φαίνεται με μια πρώτη ματιά η συνύπαρξη ενός αυθεντικά λαϊκού αοιδού όπως ο Γιώργος Μαργαρίτης με τη Ρένη Πιττακή, τη Μαρία Πρωτόπαππα, τον Χρήστο Στέργιογλου και άλλους γνωστούς θεατρικούς ηθοποιούς στον θίασο του «Αγαπητικού της βοσκοπούλας», μπορεί να θεωρηθεί κίνηση-ματ η ένταξή του στο παλιό βουκολικό ειδύλλιο που αναβιώνει φέτος στο Παλλάς. Κάτι ανάλογο θα επιχειρηθεί και στο ιστορικό Θέατρο Βέμπο με το μουσικοθεατρικό «Πριν το χάραμα», διά χειρός Ρέππα-Παπαθανασίου, με τους Στέλιο Διονυσίου, Κατερίνα Κούκα και Σοφία Βόσσου να συνυπάρχουν με τους Αλέξανδρο Μπουρδούμη, Μπέττυ Μαγγίρα και Ορέστη Τζιόβα.

theato

Υπάρχουν, βέβαια, κι εκείνοι οι καλλιτέχνες
που λειτουργούν σαν performers-transformers, δια­χέοντας την περσόνα τους εξίσου σε θέατρο, σινεμά, τραγούδι και νυχτερινή διασκέδαση όπως έκαναν παλιότερα π.χ. ο Γιώργος Μαρίνος ή ο Τόλης Βοσκόπουλος και πιο πρόσφατα ο Γιάννης Ζουγανέλης. Κάτι τέτοιο ίσως δοκιμάζει και η ταλαντούχα κόρη του τελευταίου: η διακεκριμένη τραγουδίστρια Ελεονώρα Ζουγανέλη, ενώ βρίσκεται στην απόλυτη ακμή της, ερμηνεύει την Έντιθ Πιαφ στη μουσικοθεατρική βιογραφία που ετοιμάζει ο Πέτρος Ζούλιας για το Εθνικό Θέατρο-Rex τον Φεβρουάριο. Κάτι ανάλογο είχε κάνει και η Άννα Βίσση το 1991: ενώ βρισκόταν στο απόγειο της καριέρας της, αποτόλμησε τους «Δαίμονες», στους οποίους επέστρεψε πέρυσι, σηματοδοτώντας ίσως έτσι μια καθοριστική στροφή, καθώς και φέτος θα τη δούμε να πρωταγωνιστεί στη νέα ροκ όπερα του Νίκου Καρβέλα «Καμπάνες του Edelweiss» στο Pantheon Theater.

O Σάκης Ρουβάς, πάλι, με διαρκές rebranding στη δημόσια εικόνα του, εισβάλλει με άνεση στο σινεμά, στην τηλεόραση και στο θέατρο. Κι αν πέρυσι ερμήνευσε τον θεό Διόνυσο στις «Βάκχες», φέτος γίνεται ο ημίθεος Ηρακλής. Οικογενειάρχης πια και ο ίδιος, θα δίνει πρωινές παραστάσεις για παιδιά με το μιούζικαλ «Ηρακλής: Οι 12 άθλοι» που θα ανεβάσει ο Απόλλων Παπαθεοχάρης επίσης στο Pantheon Theater.
Στο χώρο του λεγόμενου family musical κινούνται επίσης φέτος η Ευρυδίκη («Οι Ακροβάτες της τύχης» στο Γυάλινο Μουσικό Θέατρο ), ο Μιχάλης Χατζηγιάννης («Η Μελωδία της ευτυχίας» στο Παλλάς ) και ο Γιάννης Σαββιδάκης («Annie» στο Ακροπόλ ). Ο Γιώργος Μαζωνάκης, από την άλλη, είναι case study. Ενώ παραμένει ένα από τα πιο δυνατά ονόματα της νύχτας, εντάσσεται ως guest star στο «Rocky Horror Show», δοκιμάζοντας έτσι ένα είδος που μέχρι τώρα του ήταν μάλλον άγνωστο – δεν συμβαίνει όμως το ίδιο και με τον σκηνοθέτη της παράστασης Κωνσταντίνο Ρήγο, με τον οποίο ο Μαζωνάκης συνεργάζεται στο concept του προγράμματός του εδώ και χρόνια.

Το φαινόμενο έχει ενδιαφέρον­:
πολιτισμικό και κοινωνιολογικό. Ανεξάρτητα από τους λόγους για τους οποίους εκείνοι που πρωτοστατούσαν ή πρωτοστατούν στη νυχτερινή διασκέδαση περνούν στις σκηνές του θεάτρου, η κίνηση αυτή θα μπορούσε να έχει ευτυχές αποτέλεσμα αντί να αποδειχτεί ακόμη ένα πυροτέχνημα της κρίσης. Τα όρια μεταξύ πίστας και θεάτρου, μπουζουκιού και πρόζας καταργούνται και από όλο αυτό το συνονθύλευμα ένα νέο είδος διασκέδασης μπορεί κάλλιστα να προκύψει: μια μουσικοθεατρική επιθεώρηση ή ένα αναψυκτήριο για τον 21ο αιώνα.

Αφήνοντας δηλαδή πίσω τη μίμηση του δυτικότροπου μεταμοντέρνου, να αναζητηθεί επιτέλους το δικό μας μεταμοντέρνο, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ένα θέαμα-χωνευτήρι αντιφάσεων, όπου το λαϊκό και η αντικουλτούρα έχουν εξίσου τη θέση τους, μέσα από μια κίνηση απενοχοποίησης και αποδοχής: όλα συνιστούν –θέλοντας και μη– τη σύγχρονη Ελλάδα. Ας το δούμε, ας το ακούσουμε και ας το αποδομήσουμε. Ένα επιτυχημένο μαζικό καλλιτεχνικό προϊόν, άλλωστε, δημιουργεί αυτόματα μια αντίδραση: ένα εξίσου ικανό αντίπαλον δέος πειραματικού θεάτρου.

Πηγή: athinorama.gr